Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Πόσο κοντά βρισκόμαστε σ’ ένα νέο πόλεμο στα Βαλκάνια;

Του Δημήτρη Καζάκη

Τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά στα Βαλκάνια, δηλαδή στα βόρεια σύνορα της χώρας. Αν όντως θεωρήσουμε ότι έχουμε σύνορα ακόμη. Η διαμελισμένη Γιουγκοσλαβία βρίσκεται στα πρόθυρα ενός νέου πολέμου αποσύνθεσης και περεταίρω διάλυσης.
Την Πέμπτη (27 Απριλίου) μια ομάδα 200 περίπου μασκοφόρων εισέβαλαν στο κοινοβούλιο των Σκοπίων και το κατέλαβαν για λίγες ώρες, εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών της ΕΕ και των ΗΠΑ σχετικά με τη σταθερότητα των Βαλκανίων.
Ανησυχούν για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια οι βασικοί παράγοντες της αποσταθεροποίησής τους. Αυτοί που διέλυσαν την Γιουγκοσλαβία και δημιούργησαν τεχνητά κρατικά μορφώματα, τα οποία ελέγχονται ουσιαστικά από το οργανωμένο έγκλημα και πολιτικές μαφίες, αντιλαμβάνονται ότι είναι αδύνατον να επιβιώσουν από μόνα τους.Και σχεδιάζουν τη βίαιη επαναοριοθέτησή τους.

Στόχος αυτών που εισέβαλαν στο κοινοβούλιο ήταν ο Zoran Zaev, ηγέτης του κόμματος της αντιπολίτευσης SDSM και νέος εκλεκτός του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Επίσης, τραυματίστηκαν τρεις βουλευτές από Αλβανικά κόμματα της αντιπολίτευσης και 22 αστυνομικοί.
Το περιστατικό συνιστά κλιμάκωση μιας βαθιάς πολιτικής κρίσης που έχει πλήξει τα Σκόπια. Το SDSM του Zaev και τα αλβανικά κόμματα σχημάτισαν κυρίαρχη πλειοψηφία μετά τις πρόσφατες εκλογές. Ωστόσο, ο Γκρουέφσκι και ο σύμμαχος του, ο πρόεδρος των Σκοπίων Γκιόργκε Ιβάνοφ, αρνήθηκαν να τους επιτρέψουν να σχηματίσουν κυβέρνηση παρά την πίεση της ΕΕ και των ΗΠΑ.
Η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες θέλουν την μετεξέλιξη των Σκοπίων σε μια χαλαρή ομοσπονδία μειονοτήτων υπό την ισχυρή παρουσία και προστασία των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Ένα ακόμη προκεχωρημένο φυλάκιο εναντίον της Ρωσίας στα Βαλκάνια κι όχι μόνο. Μια ακόμη μεγάλη πολιτικοστρατιωτική βάση. Σ’ αυτό αντιδρά η νεοφασιστική κλίκα Γκρούεφσκι, που έλεγχε όλα αυτά τα χρόνια τα Σκόπια και τα έχει παραδώσει στο οργανωμένο έγκλημα. Φυσικά με το αζημίωτο.
Κι έτσι ξαφνικά η νονοί εξ εσπερίας των μαφιόζων που βρέθηκαν με κράτος μετά τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, τώρα ανησυχούν βαθύτατα για την κρίση που οι ίδιοι πυροδότησαν. Μια κρίση που είναι μάλλον σίγουρο ότι θα βυθίσει τη χώρα σε εθνοφυλετικό εμφύλιο ανάμεσα σε φυλάρχους, που θα αποζητούν μερίδιο εξουσίας και πίτας. Σαν τον εμφύλιο που στάθηκε αφορμή για την επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία το 1998.
Η Ρωσία, που δίκαια νιώθει ότι όλα αυτά γίνονται – εκτός όλων των άλλων – και γι’ αυτήν, δεν είχε ακόμη εκδώσει μια δήλωση υψηλού επιπέδου από την Παρασκευή το πρωί, αλλά το υπουργείο εξωτερικών δήλωσε πρόσφατα ότι η κρίση οφείλεται σε προσπάθεια της ΕΕ και της Ουάσιγκτον για τη δημιουργία μιας «μεγάλης Αλβανίας».
Το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο από τη «μεγάλη Αλβανία». Η επιδίωξη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ είναι η μετατροπή των Βαλκανίων σε μια νέα Μέση Ανατολή με χαλαρές «γραμμές οριοθέτησης» υπό τον άμεσο πολιτικό και στρατιωτικό έλεγχο της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών. Ήδη το ΝΑΤΟ έχει τον πλήρη έλεγχο της Αλβανίας και της Βουλγαρίας. ΟΙ δικές του δυνάμεις, αλλά και όσες εγχώριες μισθοφορικές δυνάμεις το ίδιο επιτρέπει, έχουν αναλάβει πλήρως την «ασφάλεια» των χωρών αυτών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο διαμελισμός της Αλβανίας και της Βουλγαρίας έχει λήξει. Κάθε άλλο. Η «ομπρέλα» αυτή του ΝΑΤΟ και της ΕΕ προϋποθέτει ανερμάτιστα και ευπαθή κράτη. Κράτη χωρίς καμιά δυνατότητα αυτοτελούς πολιτικής, οικονομικής και γεωστρατηγικής υπόστασης. Μόνο έτσι οι λαοί αυτών των χωρών θα συνηθίσουν να είναι ραγιάδες μια ζωή και δεν θα απαιτήσουν σε κάποια στιγμή το δικό τους κράτος.
Ζούμε ουσιαστικά μια επιστροφή των Βαλκανίων στην εποχή της ρευστότητας και των πολέμων της περιόδου που ξεκίνησε με τον πόλεμο της Κριμαίας το 1855. Μόνο που αυτή τη φορά ο «μέγας ασθενής» για τη Δύση δεν είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως τότε, αλλά η Ρωσία του Πούτιν.
Να γιατί το ΝΑΤΟ έχει θέσει ως επίσημο στόχο του την εκκαθάριση των Βαλκανίων από την όποια Ρωσική επιρροή. Στρατιωτική και πολιτική. Για να το πετύχει αυτό θα πρέπει πρώτα και κύρια να εξαναγκάσει τους Ρώσους να αποσύρουν την στρατιωτική τους παρουσία από τα κρατίδια της διαμελισμένης Γιουγκοσλαβίας. Και φυσικά να αποτρέψει παντί τρόπο την όποια πολιτική στροφή προς τη Ρωσία χωρών όπως η Σερβία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία.
Για να γίνει κάτι τέτοιο, δεν αρκεί ο πολιτικός και στρατιωτικός έλεγχος της ηγεσίας αυτών των χωρών. Ούτε ο φυλετικός, φασιστικός εθνικισμός, στον οποίο επένδυσε το ΝΑΤΟ στη δεκαετία του ’90, προκειμένου να αναβιώσουν έχθρες και μίση ανάμεσα σε εθνότητες στα Βαλκάνια – με σκοπό πρώτα και κύρια για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας – που αντλούν την καταγωγή τους από την εποχή της αποικιακής εισβολής των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή το 19ο αιώνα.
Το ΝΑΤΟ με την ΕΕ επιχειρούν το επόμενο βήμα. Τη διάλυση των πιο παλιών και συνεκτικών εθνικών κρατών στα Βαλκάνια. Μόνο μέσα σ’ ένα κυκεώνα διαμελισμένων χωρών υπό καθεστώς ενός επαπειλούμενου εθνοφυλετικού, ή άλλου εμφυλίου, μπορεί το ΝΑΤΟ και η ΕΕ να αποκτήσει τον απόλυτο στρατιωτικό και πολιτικό έλεγχο που θέλει εναντίον της Ρωσίας.
Δείτε τι συμβαίνει. Η Βρετανία κατηγόρησε τη Ρωσία ότι προσπάθησε να πραγματοποιήσει πραξικόπημα στο Μαυροβούνιο πέρυσι για να το σταματήσει από την ένταξή του στο ΝΑΤΟ. Μόλις χθες το κοινοβούλιο του Μαυροβουνίου αποφάσισε τελικά την ένταξη του κρατιδίου στο ΝΑΤΟ.
Το βασικό επιχείρημα τόσο της Γερουσίας των ΗΠΑ, που συμφώνησε για την ένταξη του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ, όσο και του κοινοβουλίου του κρατιδίου είναι η «απειλή εκ Ρωσίας».
Το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας αντέδρασε έντονα εκφράζοντας «βαθιά λύπη για το γεγονός ότι η σημερινή ηγεσία του [Μαυροβουνίου] και των δυτικών υποστηρικτών του δεν τήρησαν τη φωνή της συνείδησης και της λογικής… Η υιοθέτηση θεμελιωδών πράξεων που επηρεάζουν τα βασικά ζητήματα της κρατικής ασφάλειας με την ψήφο των μεμονωμένων βουλευτών με βάση την τυπική πλειοψηφία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του λαού της χώρας είναι μια πράξη που αποδεικνύει την παραβίαση όλων των δημοκρατικών κανόνων και αρχών.»
Βέβαια, όλα αυτά περί δημοκρατικών κανόνων και αρχών για το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και κυρίως για ένα κράτος οργανωμένου εγκλήματος όπως είναι το Μαυροβούνιο, το οποίο είναι μάλιστα προϊόν επεμβατικού πολέμου διαμελισμού, είναι πολύ ψιλά γράμματα. Μόνο οι λαοί νοιάζονται γι’ αυτά. Κι αυτοί μόνο όταν προδοθούν επανειλημμένα και αντιληφθούν ποιο είναι το συμφέρον τους. Συχνά μέσα στη φωτιά ενός νέου πολέμου.
Την ίδια ώρα, οι Σέρβοι εθνικιστές στη Βοσνία έχουν λάβει μέτρα για να χωριστούν από τη χώρα μη αναγνωρίζοντας τους κεντρικούς θεσμούς ενός κρατιδίου ουσιαστικά ανύπαρκτου, το οποίο συντηρείται από τη Γερμανία και την ΕΕ, ενώ φυλάσσεται από στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας. Οι ρωσικές παραδόσεις όπλων στη Σερβία προκάλεσαν επίσης αντιδράσεις από το Κοσσυφοπέδιο, ενώ οι πολιτικοί της ΕΕ και των ΗΠΑ ζητούν περισσότερη προσοχή στην προσπάθεια της Ρωσίας να επεκτείνει την επιρροή στην περιοχή.
«Η Μόσχα δεν μπορεί να αγνοήσει τις στρατηγικές συνέπειες αυτού του βήματος (της ένταξης του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ). Ως εκ τούτου, διατηρούμε το δικαίωμα να υιοθετήσουμε τέτοιες αποφάσεις που αποσκοπούν στην προστασία των συμφερόντων και της εθνικής μας ασφάλειας,» αναφέρει η δήλωση του υπουργείου Εξωτερικών. Μέσες άκρως η Ρωσία προειδοποιεί ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία συνιστά casus belli γι’ αυτήν. Τώρα το τι σημαίνει στην πράξη μια τέτοια δήλωση μένει να το δούμε.
Η ψηφοφορία στο κοινοβούλιο του Μαυροβουνίου ακολούθησε την απόφαση του αμερικανικού προέδρου Donald Trump να εγκρίνει την προσχώρηση της χώρας στις 11 Απριλίου. Η αποδοχή του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ θα στείλει μήνυμα και σε άλλες υποψήφιες χώρες ότι η «πόρτα για την ένταξη στην ευρωατλαντική κοινότητα των εθνών είναι ανοιχτή», όπως δήλωσε ο Λευκός Οίκος.
Είναι να μην ανησυχεί η Ρωσία; Γι’ αυτό και δεν πρέπει να παίρνει κανείς αψήφιστα τη ρηματική διακοίνωση των Σερβικών ενόπλων δυνάμεων ότι είναι έτοιμες να επέμβουν στην περίπτωση που το Κόσοβο ενισχυθεί στρατιωτικά. Πίσω από τη δήλωση αυτή είναι σίγουρα η Ρωσία, η οποία – καθώς δεν διαθέτει στρατηγική – ίσως να βλέπει με καλό μάτι μια τέτοια στρατιωτική κίνηση της Σερβίας τόσο προς το Κόσοβο (για την προστασία του σερβικού θύλακα στη Μιτρόβιτσα του Κοσόβου), αλλά και προς την Βοσνία-Ερζεγοβίνη για την προστασία του Σερβικών θυλάκων, προκειμένου να αναχαιτίσει τα σχέδια του ΝΑΤΟ.
Ο κλοιός γύρω από τη Ρωσία του Πούτιν όλο και περισσότερο κλείνει, σφίγγεται. Και η Ρωσία χωρίς μεσομακροπρόθεσμη στρατηγική, χωρίς στρατηγικού τύπου συμμαχίες, που να της εξασφαλίζουν διεθνώς διεξόδους, βασίζεται μόνο στο σύστημα αποτροπής που έχουν εξελίξει οι ένοπλες δυνάμεις της, αλλά και σε τακτικές κινήσεις ανάλογα με τη συγκυρία. Τακτικές κινήσεις, οι οποίες χωρίς διεθνείς γεωστρατηγικές στοχεύσεις, πολλές φορές λειτουργούν ως μπούμεραγκ.
Προσωπικά, πολύ φοβάμαι ότι η Ρωσία ίσως να καλοβλέπει μια πολεμική – έστω στρατιωτικών τετελεσμένων – ανάφλεξη στα Βαλκάνια, που θα της επιτρέψει την επανεμπλοκή της στην περιοχή. Όπως έγινε και με τον τερματισμό της επέμβασης του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία το 1999.
Το ίδιο όμως συμβαίνει και με το ΝΑΤΟ, το οποίο θα έβλεπε μια πολεμική ανάφλεξη ανάμεσα σε φυλάρχους με ταραχές και τρομοκρατία στα Βαλκάνια μια εξαιρετικά καλή ευκαιρία για να νομιμοποιήσει την στρατιωτική του επέκταση στη περιοχή. Φυσικά για λόγους «ασφαλείας».
Σκεφτείτε μόνο τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα και την εθνική της ασφάλεια. Ιδίως με την ένταξη του Κοσόβου και των Σκοπίων επίσημα στο ΝΑΤΟ υπό συνθήκες αναβίωσης των εθνοφυλετικών τριβών. Αλλά μην ανησυχείτε.
Οι τελευταίοι που ενδιαφέρονται για την ακεραιότητα αυτής της χώρας είναι οι κυβερνώντες και οι διαβρωμένοι θεσμοί της. Θα είναι οι πρώτοι που θα εκχωρήσουν εν λευκώ εθνικό έδαφος για να μην εμπλακεί η χώρα σε πόλεμο. Αυτή δεν είναι η δικαιολογία του ενδοτισμού και της εθελοδουλίας εδώ και δεκαετίες; Αυτή δεν είναι η δικαιολογία του ραγιαδισμού, που οδηγεί τη χώρα και το λαό της από το κακό στο χειρότερο χρόνο με το χρόνο. Άλλωστε έχουμε τους νονούς εξ εσπερίας να μας προστατεύσουν.

What Exactly Did the French Vote for? The European Union against the French Nation

By Dimitris Kazakis
Global Research, April 27, 2017
Macron won 23.75% of the votes, while his opponent Le Pen won 21.53%, according to official results. Republican Francois Fillon and independent left-candidate Jean-Luc Mélenchon won 19.91% and 19.64% respectively. While the former Socialist party candidate, Benouit Hamon has accrued just 6.35% of the vote. The remaining 8.82% of the votes were shared by the remaining 6 candidates for the French Presidency.
The collapse of traditional bipartisanism
What do the results show? First of all, an impressive collapse of traditional bipartism, of the two alternating parties which dominated the presidential power for decades. On the one hand, the center-right party, which originated from the formerly de Gaulle right, and in 2002 formed under the then president Jean Chirac the UMP (Union pour un mouvement populaire). After Sarkozy’s defeat to Hollande in 2012 presidential race and the spree that suffered the center-right thanks to this petit Napoléon – as Sarkozy liked to be characterized by the media and his friends, without perhaps knowing that it was Louis Bonaparte who used to be called with the same nickname by those who mocked him when he was self-proclaimed Emperor Napoleon the 3rd in 1852 – this party changed its name to Les Républicains (Republicans), in order to be rescued. But in vain. For the first time, since the time of De Gaulle, the center-right party could not even get into the second round of the presidential election.

On the other hand, the Socialist Party, which – let us not forget – had brought this grotesque figure, François Hollande, to the French Presidency in 2012, with 28.63% of the votes in the first round. In these presidential elections its candidate, Hamon, managed to collect only 6.35% of the votes. Less than Mélenchon, who in 2012 had again come fourth with 11.10% of the votes.
If this collapse of traditional bipartisanism will be verified by the parliamentary elections, which are also expected in two rounds on 11 and 18 June, then it is clear that France has entered a completely new and highly transitional political situation. And like in every transition, we see new successive correlations of power in both politics and society. The dividing lines are repositioned and redefined.
The EU has directly nominated its own candidate.
In these presidential elections, Macron won the first round. Who is Macron? An independent candidate out of nowhere. Without a structured party, or parties to support him. And this is something that happened for the first time in the political life of France after the war.
In fact, Macron, is the less independent candidate from all the contesters in these elections. He wasn’t supported by any party, because he was nominated directly and supported by the entire mechanism of the European Union, the banks and the financial markets, which control the lion’s share of the communication and media system in France. It’s the first time in an advanced European country that a candidate for the highest office was nominated by the cartel that governs the European Union. It’s a glimpse to the future of politics under EU yoke.
Tens of billions of euros were spent by the banking and Euro-Union cartel in order for their independent candidate to enter every French home. And Macron did not conceal that he is the European Union’s eminent. Nor did he conceal that he has the backing of Berlin. Besides, he made it clear when he chose to visit Mrs. Merkel in the Chancellery in the midst of pre-election campaign.
The mechanism of the EU and Berlin have reached the point of directly attacking the candidates who may have threatened their own. That was the case with the Fillon scandal, and the Le Pen scandal at the heart of the pre-election period.
The EU cartel literally ordered the French judicial and police authorities to intervene against the two candidates. This was done publicly against Fillon by the investigating authorities for something that could certainly be investigated without being publicized until the need for criminal prosecution arises. Which, noteworthy, we are still waiting. Especially in the case of a minor offense, such as the sinecure of his appointed spouse to public office.
The same was done with Le Pen, where, in addition to the charges launched by the EU authorities, we saw police raids at her offices. Why? Because, as Brussels said, she used EU money for her party’s internal political needs. Something that, literally, all the parties that are represented in the European Parliament do. Without exception. It is European Commission’s own practice, to finance any party event of those parties with a presence in the European Parliament, without considering whether it is for European issues or not. An official statement from the party is sufficient for EC and the fiddler falls without a second thought.
If there had been no EU intervention and no scandal atmosphere against Fillon and Le Pen by the controlled Media, it would have been highly improbable for Macron to reach the second round. This proves the extent of the EU-Berlin penetration within the state of affairs in France.
On the other hand, Le Pén chose to meet with Putin in the Kremlin – as a reaction to Macron’s move to meet with Merkel in order to get her official anointment. The EU media created a huge locomotion, saying that Putin was getting involved in the internal affairs of France and EU’s by meeting with Le Pen.
Reports filled all sorts of tabloids in the mainstream media concerning the direct involvement of Russia through hacking and financing, first and foremost, in favor of Le Pen. All this created a morbid atmosphere with a very dark purpose. It is the appropriate political climate for the official governing cartel to move officially against anyone that the mainstream media finger as a pawn of Putin. In this way the cartel can even annul – if deem it necessary – an election which is unfavorable to Brussels and Berlin. The official excuse already exists. The active involvement of a foreign power (Russia) into the interior affairs of France.
Obviously this is not the case for Mrs. Merkel, who so prominently supported Macron by every means necessary. The French state officially recognizes that Mrs. Merkel and Germany have every right to have a say and to get involved into the political affairs of the country. In the name of course of European integration. And that hasn’t been done to such a degree since the Vichy regime.
The nation-state has emerged as a dominant issue
Most importantly, the presidential elections in France have clearly highlighted the predominant issue of our time. Defending the nation-state, or destroying it in favor of a supranational Europe, in favor of a global government. Never again has this matter been put forward in such a direct and profound way since the New Order of the Nazis.
And this time the preservation or failure of the nation-state concerns all political systems. We saw it happen in Britain with the referendum on leaving the EU and we will definitely see it dominating the upcoming parliamentary elections. We saw it dominating even the last US presidential election. Donald Trump convinced a major section of the American public that he is a champion for the nation-state against globalization. That’s what brought him to the White House. And now, three months after taking office, he has the lowest popularity that has ever been for the President of the United States since 1945.
According to a Washington Post-ABC News poll, President Donald Trump has seen his 100-day White House acceptance score dropping to a record low of 42%. Twelve of his predecessors had an average of 61% for the same time period in the White House. This is interpreted not because of the policies Trump advocated in the pre-election period, but, on the contrary, because he was identified with the regime that he had previously denounced. The only increase of Trump’s popularity is observed in the controlled mainstream media, which, from being his sworn enemies, became his admirers. Especially after the open attack on Syria and Russia.
The presidential elections in France are the first to bring forward so clearly the dividing line between the sworn enemies of the nation-state and those who defend the need for it to exist, in order to have democracy for the people. Especially for France the key question is this: a new Vichy regime with a view to assimilate France into the EU or not? This basic question will be, from now on, the central issue of all the social and political events in France. And this will not only devour the political system of France, but will literally crush every party or political force that refuses to answer openly and clearly this basic question.
France thus definitively closes the historic circle of the so-called Fifth Republic, which was born through a parliamentary coup d’état by Charles de Gaulle with the issuing of the French Constitution of October 4th, 1958. And in this way the whole country returns back to the fundamental issues it did not solve, nor answered after the collapse of the old Vichy regime and its liberation from Nazism.
The European Union against the French nation
The slippage of official France first into a policy of appeasement with fascism and Nazism and then into co-operation with Nazi Germany was based on the demand for a United Europe. The policy of appeasement was primarily expressed by Aristide Briand‘s plan for a European Federation, which was first presented in a speech of September 5th, 1929 during the 10th General Assembly of the League of Nations in Geneva.
The French people, and especially the French workers as well as the poor farmers, responded with massive mobilizations, strikes and occupations of factories, to claim the unity not of Europe, but of the French Nation, on the basis of a social democracy according to revolutionary demands of 1789, 1848 and 1871. They wanted to get rid, once and for all, of the Third Republic, which was raised upon the ruins of Paris Commune and the corpses of tens of thousands of Communards executed in 1871.
Joseph Barthélemy, a prominent jurist and politician, wrote in 1924 that
“the democratic Constitution of 1875 was the product of a Monarchical Assembly,” which had created a state system with all the features of absolutism, where elections were merely a means of legitimizing arbitrariness of power. While the “people did not have anything to do” with the government, with the formulation and revision of Law and Constitution.
The sovereign was not the people, but the executive and the two legislative bodies, since, even when they violated the Constitution with laws and decisions, all that a citizen could do was to utterly obey. The Law above all, even if it completely contradicts the existing Constitution. (See Joseph Barthélemy, The Government of France, London: George Allen & Unwin, 1924, pp. 17-24)
Joseph Barthélemy himself fully justified the political philosophy of the Third Republic when he felt obliged to serve as the Minister of Justice in the Vichy regime. In the name of the continuity of the de facto French State and, of course, the preservation of Law and Order!
The Third Republic literally suffocated the masses of the people. They were considered as subjects and not as proper citizens. The Nation was represented by the institutions of power, the State and its Laws. So, when the official order sent the people to the World War I slaughterhouse to fight, and after the war condemned workers, peasants and middle businessmen to incredible poverty and debt, the masses said that’s enough. No more with such a Republic.
The winds of the great French Revolution began to blow again. The Nation is not the President and the government. Neither the legislature nor the institutions of power. The nation is us, the people. And consequently, the state and its bodies ought to serve the people and not the other way around. The Third Republic was facing a total collapse. The Briand Plan for a European Federation was a response to this terrifying perspective for the upper classes of the Third Republic. To the return to the revolutionary period of the French nation.
The 200 families that plundered France
In 1936, a slogan was shaking the workplaces and the poor rural provinces: “Long live the union of the French nation – against the 200 families that plundered France” (Daily Worker, 27 April 1936). This slogan became the battle cry of the Popular Front (Fronte Populaire, a political co-operation of communists, socialists and radicals) that brought it to the government.
Since its founding in 1806, the Bank of France (Banque de France) was under the control of a board elected by its 200 largest private shareholders. These shareholders, dominated by the renown Rothschild frères family and others of the same kind, were rightly targeted by the poor people, as responsible for their own disaster. Thus was created the “200 families controlling France” popular slogan. Since the poor people of the time knew by experience, what many party leaders, especially leftwing, deny to comprehend today. Whoever practically owns the central bank and issues the currency, he virtually controls the entire economy. And so the “200 families” personified for the simple people all the troubles that had been plagued upon them by the overwhelming debts and the long-term recession.
The Popular Front prevalence in the May 3rd, 1936 elections, with 64% of the vote, deprived the “200 families,” the institutions that supported them, and the nationalist extreme right from the right to speak on behalf of the French Nation. The raison d’etat was not anymore with the “200 families,” but with the workers, the poor peasants and the small businessmen, who suffered under the yoke of the financial oligarchy and the arbitrary state of the Third Republic. The Nation demanded democracy, debt cancellation, bread, peace and work.
But since the Popular Front was a partnership among leaderships, without an independent organization within the people itself, it depended almost entirely on top-level compromises. The big strikes, the occupations of factories, the mobilization of the village, triggered by the rise of the Popular Front, have not only terrified the ruling class, but also the leadership of the Front parties. They had no confidence in the initiative and the dynamics of the masses, so they confined themselves to a policy of appeasement of both the masses – who, instinctively, knew very well that if they do not get rid of the “200 families” nothing would change essentially – and the ruling class. Thus the Front’s government allowed the oligarchy to keep the key positions it held in the system of power.
The “200 families” did not lose control of the Bank of France, so they drowned the Bloom government, the People’s Front government, into debts and inflationary money. The oligarchy knew that, while holding in its hands the creation of debt and money, even if all the means of production could have been nationalized or socialized – as the radical socialists preferred – this would have no practical meaning. True power would still be in its hands. Thus increases in wages, labor rights and other interventions of the Bloom government in favor of workers were swept away very quickly.
United Europe against people
Despite the ultimate failure and the collapse of the Popular Front, the terrifying feeling of the ruling class remained. In 1936, under the threat of the Popular Front, at a meeting of a French think-tank with great influence in the bourgeois circles in France, the Ligue of the Human Rights (Ligue des droits de l’ Homme), one of the participants described the following scenario:
Let us imagine the worst in the simplistic, even improbable, form of a single nation conquering all others. Let us imagine Europe conquered by Germany. Well, I suggest that a Germany extended thus over the whole of Europe would no longer be the Germany that we know…. This would be Europe under a different name: a unified Europe. Or rather, it would be neither the Europe of today, nor the Germany of today, but something else; the European confederation of the future (Quoted by M.L. Smith, Introduction: European Unity and the Second World War, M.L. Smith and Peter MR Stirk, eds., Making the New Europe: European Unity and the Second World War, (London and New York: Pinter Publishers, 1990), p. 16).
On this perspective, which came to dominate the official order of the Third Republic, the prospect of a United Europe – even under the military might of Hitlerism – created the foundation upon which was built up the collaboration with fascism and Nazism.
Thus the collaboration with the Axis in France between 1938 and 1945 focused on the conception of European unity. The ideologies of collaborators with the Axis, as well as their European visions, varied – from the radical left to the nationalist far right. All of them could be grouped into three broad categories: Europeanists, Nationalists and purebred Fascists.
Europeanist followers of collaboration with the Axis, as Marcel Deat, Jean Luchaire and Raymond De Becker, were usually former European federalists of socialism and felt that Hitler would create a transnational European New Order that would incorporate many of the pre-socialist ideals. The fact that the Axis was out to eradicate the national demarcation among nation-states in Europe – even in a barbaric way – for the benefit of a transnational Europe, constitutes for Europeanists, especially the leftwing, an objective leap forward. And, therefore, the Europeanists, even from the far left, had to work together to ensure the socialist transformation of tomorrow’s transnational New Order of Europe.
Nationalist collaborationists, as Marshal Petain, Alexander Gkalopin and Robert Poulet, considered that cooperation with Nazi Germany was in the national interest of France, in order to avoid the risk of upsetting the established order with the plebs demanding a democracy where the impersonal and class fragmented people would play the dominant role. For the nationalists, the New Order was only the European Union which jointly ensures each country the Law and Order, the State and its institutions, the only items that represent the Nation. Sometimes against people when they prove to be unruly, or source of unrest.
The fascist collaborationists, such as Jacques Doriot and Leon Degrelle, captured European unity in terms of racial solidarity among fascist and Nazi states.
These three trends, having in common the imposition of a supranational European Union, first prepared the ignominious defeat of France in the face of the lightning war of Nazi Germany, launched on May 10th, 1940. On June 22nd, the second armistice was signed in Compiègne between France and Germany, which led to the division of France. Germany occupied the North and West, Italy got control of a small occupation zone in southeastern France. While in the south, a free zone was set up, which was controlled by an officially neutral government in Vichy led by Marshal Philippe Pétain.
Henry de Montherlant, prominent figure of regime intellectuals of the Third Republic, and rather popular poet in official circles before and during the Vichy period, described the Nazi war for the imposition of a united Europe as a “heroic struggle of the new European civilization against the lower Europeans” and celebrated the conquest of France by Germany in his book Le solstice de Juin. The solstice of June, was the capitulation of France to Nazi Germans on June 1940. (See Philippe Burrin, France Under the Germans: Collaboration and Compromise, (New York: New Press, 1996), pp. 344-346.)
Characteristic features of the alliance among Europeanists, nationalists of the extreme right and hardcore fascists, based upon the common goal of creating a united Europe, were manifested in caricatures.
This caricature was published on December 20th, 1941 in the flagship of the French collaborationist magazine Je suis partout. The caricature shows France ready to join the European family, guarded by Fascist Italy and Nazi Germany and surrounded by a number of other European countries under occupation.
France wants to join the European family, but three dark and robust hands are grabbing her by the arm. The Jews, with the characteristic star of David. The Masons, with the opposing calipers and the Free French who were fighting the Nazis and the Vichy regime with the characteristic cross of the French national resistance.
The most profound product of this alliance for a United Europe was Euronazism, a trend that helped Nazis to form the divisions of Waffen SS with conscripts for France and all over occupied Europe. Their main battle cry was fighting for a United Europe. And, loyal to this motto, the French division of the Waffen SS, Charlemagne, fought to the last man defending Reichstag and Hitler’s bunker against the Red Army. At a time that even Wehrmacht had laid down its arms.
If we were in similar conditions like those during the Third Reich, rest assured that in the battle lines of the Waffen SS division from France you could easily find guys like mr. Macron. Besides, only thanks to the professional communicators provided by the EU bosses for the Macron’s campaign we saw in the audience French flags waving along with European Union flags. Macron himself would very much like to have only EU flags, but the average French voter is not yet ready to accept it. Thus he reluctantly repeated the night of results, Vive la France! With the same exact pronunciation as the others like him and before him were shouting the same slogan to acknowledge the collaborationist regime of Vichy. They meant what Macron means today. France owned totally by the EU cartel.
The Vichy regime reigns and conquers in France
French people fighting the good fight, the national resistance fight, swept away the plans of United Europe. The most immediate and lasting legacy of the Resistance for postwar France was the social and economic reform program agreed by the National Resistance Council (CNR) in March 1944. It was the explicit demand of the real French Nation, against the Nation of the collaborators.
This program, which became known as “Resistance Map” had the immediate purpose of intensifying the struggle for national independence and a long-term objective of maintaining the national independence of France after the war. To the plans for a united Europe, the CNR and the totality of resistance groups, political parties and trade unions that had rallied to it, responded with national independence and sovereignty of the French nation, which, by this time, all of them accepted it coincided with the French people.
National independence was determined not only in terms of conventional foreign policy but also in terms of domestic economic and social policies. Hence the state itself had to be freed from the economic and political monopolies, which were ruling the Third Republic. To this end, they should nationalize natural monopolies, such as energy and power, and the main sources of credit and insurance. Starting with the Bank of France.
This would facilitate the expansion of domestic production, which would be elaborated through a plan in consultation with all those involved in the production process. Similarly, the woman had to stop being slave to work, society and politics, so the voting right was attributed to them for the first time. The social reforms included the guaranteed right to work and free time, a guaranteed minimum standard of living and the restoration of trade union freedoms that have been abolished by the Vichy government. Supported of course by a comprehensive social security system.
Workers in agriculture should enjoy the same rights and conditions of employment to those working in the industry. This was to be achieved mainly through a pricing policy based on the National Wheat Agency established by the government of the Popular Front in 1936.
Finally, all these political, economic and social rights were not only to be established in metropolitan France but in all countries and territories of the former French Empire. The fact that all shades of political forces, except the Vichy ones, signed this program made the map of CNR a unique document in French history. Unsurpassed even today.
The only problem was that it never meant to be applied. It stayed to remind the unfulfilled visions of democratic unity of the French nation, which was the result of war and national resistance not only against Nazism itself, but also against the plans for a united Europe.
Charles de Gaulle with his predominance in the French political scene, not only “forgot” all about the Charter of Resistance, which he had signed too, but also made every effort to preserve the spirit and the meaning of the Vichy regime. He endorsed nationalism of Marshal Petain, as the dominant ideology of his own government. The only difference from Petain’s nationalism was the imperial ideation of Charles de Gaulle himself. He believed that since his France was among the victors of the war, it was easier for him to dominate the plans for a United Europe. A United Europe that could not only expand de Gaulle’s colonial and political spheres of influence, but could also expand the domain of imperial prestige of his regime among the Europeans. Instead of crawling behind Germany, as Vichy did during the war.
Thus, Europeanist collaborationism of Vichy regime survived in the plans of Monnet and Schuman for a United Europe. The veritable cause of the second world war for the Nazis, the creation of a European Union against the nation-states of Europe, became the alibi for the new plans for European Union. And first of all for the new Franco-German axis.
Especially after the imposition of the Constitution of October 4th, 1958, where the French President as an institution garnered so many powers in its hands, as those that have allowed the elected President of the Republic, Louis Bonaparte, to proclaim himself Emperor back in 1852, dissolving the legislature. Hence the President declared to be l’ esprit de la nation (the spirit of the nation) and therefore every manifestation of absolutism and arbitrariness from his part is due to the preservation of the national spirit itself. It stems from the very existence of the nation, which once again got divorced from the French people.
Can the new Vichy regime be overturned?
Today the lie that the Fifth Republic was based on is at an end. The masks are dropped. The Europeanism no longer attempts to keep the spirit of Vichy clandestinely into the very fabric of the presidential regime under the guise of Gaullism or – its alter ego – Mitteranism. Nowadays, Europeanism is openly trying to revive the Vichy regime itself in France. With a similar bipartisan consensus between the traditional right and left. First and foremost with planted candidates like Macron, who, if elected as president by the bipartisan Europeanist consensus, will test to the utmost the coherence of the French nation. In a way that has not been tested before in its history.
Can Le Pen be an antidote to the new Vichy regime? Not even close. Not only because she is trying to turn the clock back to the era of de Gaulle. The Fifth Republic that produced the contemporary France is already dead and buried. Nobody can resurrect it. Except as a farce or tragedy for the French nation. Today the institutional and political remnants of it only help to obscure the real issues and provide the forces that want to see the French nation disappear into a European melting pot with a shroud reactionary mechanism. Like the one planned by the Nazis.
The official France has already capitulated to the banking cartel and the financial oligarchy of the country totally depends its business, profits and existence on the European Union. Characteristic of this is the following diagram on the net international investment position of France. Compared to Germany and Britain.
France is irrevocably transformed into a host for foreign capital. Especially after entering the eurozone. And this net inflow depends mainly upon Germany, which became a top export capital economy. Thanks mainly to the creation of the eurozone.
France has not even Britain’s qualifications in order to reverse this trend. Britain has one of the top global financial markets. Besides Britain’s own weight in the global economy because of the Commonwealth and its close relations with the US. That is why from 2014 we see a radical reversal of the trend in Britain. And from a net capital inflow economy, Britain in 2016 converted to a net capital outflow country. Something that is not irrelevant to the strengthening of the position among the Britain’s elite to leave EU.
This cannot be done in France, without a radical reconstruction of the state and the economy. The conversion of France to a net capital inflow country, first and foremost from Germany, has favored a terrible hyperinflation of debt, mostly private. Private debt to GDP ratio in France increased to 228.9% in 2015 from 225.5% in 2014. The private debt to GDP ratio in France averaged 193.1% during the period from 1995 to 2015, reaching a record high in 2015 from a record low 162.8% in 1995.
This means that French private economy cannot function without accumulating huge debts. And this in turn tremendously exaggerates the size of the financial sector in France. According to the most recent data from the European Banking Federation (EBF), the banking sector in France is the largest in the EU, without counting the UK. In 2016 the total bank assets in France amounted to more than 8.1 trillion euros. The GDP of France of the same year amounted in current prices a little more than 2.1 trillion euros.
In other words, the banking sector in France is four times greater than the aggregate annual product of the entire French economy. This means that the main “industry” of the French economy is the banking usury. To maintain this bank hyperinflation it is not enough to increase public and private debts. France should also be kept as a host country for funds from Germany and EU, as the euro area economy. EMU is absolutely necessary for such a parasitic economy based mainly on usury. Because no France can afford to rescue by itself such an expanded banking monstrosity.
That is why France cannot leave eurozone without letting the banking giants to fail, to go bankrupt without any compensation for investors and bankers. France cannot leave eurozone without deleting public and private debts. And what is the Le Pen’s proposition? Nothing. Zip. Not a word. Instead she says that the transition of France to the franc, will allow to strengthen the banks and pay off debts with the new national currency. Something which cannot be done without exposing France to morbid extortion by investors and bankers.
Le Pen’s proposal, that is to pay off debts and banks with the new franc, suggests to those who know the political economy of the whole problem, that FN isn’t serious about France living euro and EU. She is using the leaving the euro slogan as a bogeyman for Brussels and Berlin. Just like de Gaulle did, remembering the sovereignty of the French Nation every time he had a difficult time in the course of European integration. Len Pen believes that by waving the bogeyman slogan, she can bring the euro cartel to the table, in order to renegotiate a special relationship with the eurozone and the EU in favor of imperial France. Something that apparently the remnants of the old Gaullist regime and state are seeking. The problem is that this cannot happen today.
What does all this mean? Something extremely simple. The very survival of France, especially of the French nation and the people themselves, depends upon the return to the Charter of the Resistance. Within the maze of troubles resulting from the process of assimilation of a sovereign state like France into the European Union, only new political forces that will have as a starting point the Charter of the Resistance would have a future. They will be able, once they are united, to work primarily among the working people and the intelligentsia, in order to impose upon the financial oligarchy the terms of national independence and democracy in accordance with the revolutionary traditions of the French nation. This is the only way out for the simple working folk.
Dimitris Kazakis is general secretary of Greece’s Popular Unity Front EPAM.
The original source of this article is Global Research

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

Ο Άγριος Σπόρος μέσα μας...

Του Δημήτρη Καζάκη

Η θεατρική παράσταση Άγριος Σπόρος στο θέατρο Επί Κολονώ ήταν για μένα μια ιδιαίτερα ευχάριστη έκπληξη. Επιτέλους ένα θεατρικό που μιλά για το σύγχρονο Έλληνα και την ζοφερή πραγματικότητα που βιώνει. Επιτέλους κάτι που δεν ανακυκλώνει χιλιοειπωμένα κλισέ άλλων εποχών, ούτε καταναλώνεται απλά στη διασκέδαση της ανίας του θεατή, όπως κάνει σχεδόν ολόκληρο το σινάφι των δήθεν προοδευτικών καλλιτεχνών της εποχής μας.
Το έργο του Γιάννη Τσίρου αναβιώνει, κατά τη γνώμη μου, με τον πιο έξοχο και σύγχρονο τρόπο την εν πολλοίς ξεχασμένη μεγάλη παράδοση της ελληνικής ηθογραφίας και του κριτικού ρεαλισμού, που γεννήθηκε με το Θάνο Βλέκα του Παύλου Καλλιγά το 1855. Είναι αυτή η ηθογραφία και ο κριτικός ρεαλισμός που γέννησε τη μεγάλη γενιά της λογοτεχνίας του μεσοπολέμου, στην ποίηση, το μυθιστόρημα, αλλά και το θέατρο.

Μια γενιά που ενέπνευσε έναν ολόκληρο λαό, κατοχύρωσε τη γλώσσα του, υπεράσπισε τα ήθη του και εξύψωσε τον αγνό πατριωτισμό του ως αντίδοτο σε μια εποχή εθνικού διχασμού, υποτέλειας και μεγάλων απειλών για την ίδια την επιβίωσή του. Μια γενιά που επιβίωσε όλων των ταραχών και των τραγωδιών, για να χαθεί κυριολεκτικά στην μεταπολίτευση. Την αντικατέστησε ο δυτικότροπος πιθηκισμός, η λεβαντίνικη πρόζα, ο χαβαλές ως σάτιρα ή δήθεν κωμωδία ηθών, μαζί με τη διατεταγμένη περιφρόνηση του ανατολίτη Έλληνα.
Ο Γιάννης Τσίρος έκανε την τομή. Έγραψε ένα θεατρικό που εδράζεται απόλυτα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αποφεύγοντας πολύ επιδέξια την παγίδα της φτηνής γελοιοποίησης του αρχέτυπου που χρησιμοποιεί. Ακροβατεί επιδέξια μεταξύ κωμωδίας και δράματος για να σκιαγραφήσει μια αρχετυπική μορφή του σύγχρονου Έλληνα, ο οποίος με μια αυθαίρετη καντίνα σε μια παραλία αγωνιά για τον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης.
Ο Σταύρος έχει χοιροστάσιο και η μόνη επιλογή που του έχει απομείνει είναι να διαθέτει τα χοιρινά που ο ίδιος σφάζει ως souvlaki στους Ευρωπαίους τουρίστες της παραλίας του. Η μόνη άλλη επιλογή που είχε ήταν να φύγει για Αυστραλία ως σφαγέας, αλλά έμεινε να πολεμήσει για την επιβίωσή του μ' ένα αδίστακτο κράτος που δεν τον θέλει και δεν του αφήνει κανένα περιθώριο εναλλακτικής.
Η παράσταση ξεκινά με την περιγραφή της παραδοσιακής σφαγής του χοίρου, που γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν ακόμη αναμνήσεις από τα παιδικά τους χρόνια στην επαρχία. Ένας τρόπος σφαγής που φυσικά δεν ταιριάζει στα εξευγενισμένα ήθη των Ευρωπαίων, οι οποίοι έχουν εθιστεί στα υποκατάστατα όλων των ειδών. Μέχρι το τέλος της παράστασης ο θεατής αναπόφευτκα θα αναρωτηθεί τελικά ποιός είναι ο σφαγέας και ποιός το σφακτό, ποιός είναι ο χοίρος;
Ο Σταύρος, ο κεντρικός ήρωας του έργου, δεν είναι παρά ένας σύγχρονος Θάνος Βλέκας. Η ίδια η επιβίωσή του βρίσκεται υπό την απόλυτη δικτατορία μιας απρόσιτης και παντελώς ξένης εξουσίας. Του δημάρχου, που παρά τα αναρίθμητα πεσκέσια αρνείται να του δώσει την άδεια της καντίνας. Της αστυνομικής αρχής, που σαν τον μοίραρχο του Βλέκα "εἶχεν ἴδιον σύστημα ἄξιον νὰ ἐμπνεύσῃ γενικὸν τρόμον". Και του Νόμου, από τον οποίο "δυστυχῶς τὰ δεινὰ τέρατα διέσχιζον τοὺς ἀραχναίους ἱστούς του, ἐν οἷς περιεπλέκοντο τὰ μικροσκοπικὰ ἔντομα, τὰ ὁποῖα δι' ἀφανοῦς καὶ συχνάκις κοπτομένου νήματος ἰσχνοτάτης κατηγορίας ἠγωνίζετο νὰ σύρῃ ἐντὸς τοῦ δρυφράκτου".
Μα πάνω απ' όλα η ζωή και η επιβίωση του Σταύρου εξαρτάται από τους πολιτισμένους Ευρωπαίους. Εκείνους δηλαδή που τον αντιμετωπίζουν σαν κάτι παρά φύση στον τόπο που αρέσκονται να παραθερίζουν κι εκείνος με την καντίνα και την ανάγκη του για επιβίωση, τους χαλά το ειδυλλιακό τοπίο.
Ο Σταύρος δεν έχει απλά μια αυθαίρετη καντίνα. Ολόκληρη η ζωή του είναι αυθαίρετη. Όπως των περισσότερων Ελλήνων σήμερα. Επιβιώνουν από τύχη και πανουργία στην ίδια την πατρίδα τους, στον ίδιο τον τόπο τους. Σ' έναν τόπο που οι Ευρωπαίοι θεωρούν ιδανικό μόνο για παραθερισμό. Αρκεί και οι Έλληνες να ξέρουν να συμβιώνουν με το ωραίο τοπίο, να γίνουν ένα μ' αυτό, να ταυτιστούν με την πανίδα και τη χλωρίδα του τόπου τους, ώστε να μην τους στεναχωρούν με τον αγώνα τους για επιβίωση.
Το έργο αποδίδει τον εσωτερικό διχασμό που βιώνουμε ιδίως σήμερα. Για τον Σταύρο και την κόρη του δεν είναι παρά ο τόπος τους. Εκεί όπου έζησαν ολόκληρη τη ζωή τους και έμαθαν να επιβιώνουν με όλα τα στραβά και τα καλά. Από την άλλη πρέπει να μάθουν να είναι αρεστοί στους Ευρωπαίους επισκέπτες, γιατί - όπως τους λέει σαφώς το όργανον της τάξεως - απ' αυτούς ζούμε. Η ιδεολογία του επαίτη, του λεβαντινοραγιά σ' όλο της το μεγαλείο.
Κι έτσι εκτυλίσσεται μια σύγκρουση που παίρνει - και είναι απολύτως λογικό να παίρνει - διαστάσεις μιας αναμέτρησης ολόκληρων πολιτισμών. Από τη μια ο πολιτισμός του βιοπαλαιστή Έλληνα, που παλεύει να διατηρήσει τον τρόπο ζωής που του αρέσει και του ταιριάζει στον τόπο που γεννήθηκε κι ανήκει. Να κρατήσει τις αρετές και τις αξίες του, το συναίσθημα και το ανοιχτόκαρδο της ζωής του μέσα από έναν κυκεώνα μαστροπείας, που του επιβάλλει το ίδιο το κράτος του.
Κι από την άλλη ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός των απόλυτων κλισέ και της βιομηχανικής ισοπέδωσης, που θεωρεί, από την προκάτ διατροφή του έως τα προκάτ συναισθήματά του, απόγειο της ανθρώπινης προόδου. Κι έτσι αντιμετωπίζει οτιδήποτε του είναι ξένο, χωρίς καμιά ανοχή, χωρίς κανενός είδους κατανόηση. Ούτε καν την κατανόηση με την οποία αντιμετωπίζουν οι φιλοζωικές οργανώσεις την μονάχους-μονάχους, ή την καρέτα-καρέτα.
Ο ιθαγενής οφείλει να εκπολιτιστεί σύμφωνα με τα πρότυπα των αποικιοκρατών Ευρωπαίων που από πολύ παλιά έχουν λάβει εντολή εξ Υψίστου να μας εκπολιτίσουν. Έστω και με όρους αληθινής γενοκτονίας. Αυτή τη σύγχρονη μορφή πολιτιστικής και κοινωνικής γενοκτονίας αντιμετωπίζει ο Σταύρος. Με τη βοήθεια ενός κράτους, που είναι φτιαγμένο κατ' εικόνα και ομοίωση των αποικιοκρατών.
Είναι αδύνατον για την πλειοψηφία των θεατών να μη διακρίνουν στις καταστάσεις που αντιμετωπίζει ο Σταύρος, στον τρόπο που αντιδρά και σκέφτεται, κάτι από δική τους προσωπική εμπειρία. Κάτι από την ίδια τη ζωή τους. Μόνο όποιος είναι ἀφρήτωρ ἀθέμιστος και ἀνέστιος - όπως έλεγε ο Όμηρος - δεν βρίσκει κάτι που να του θυμίζει τη δική του ζωή, τα δικά του σημερινά αδιέξοδα.
Το πόσο καλά δεμένη είναι η εξαίρετη σκηνοθεσία της Ελ. Σκότη με τις επίσης εξαίρετες ερμηνείες των τριών ηθοποιών της παράστασης και το ίδιο το έργο, φαίνεται από τη συγκίνηση που αποπνέει στο κοινό ο ίδιος ο Σταύρος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Σταύρος είναι το αρχέτυπο του Έλληνα, που μας έχουν μάθει να λοιδορούμε. Έστω κι αν είναι ο άνθρωπος της διπλανής μας πόρτας. Έστω κι αν ενίοτε είναι ένα από τα προσφιλή μας πρόσωπα.
Μας έμαθαν να τον θεωρούμε απολίτιστο, χαμερπή και αντικείμενο γελοιοποίησης, μέσα από μια τέχνη που δεν ξέρει τίποτε άλλο εκτός από ευρωπαϊκά κονδύλια και αρπακτές. Κι αυτό ήταν κάτι που με ανησυχούσε πριν δω την παράσταση. Φοβήθηκα μήπως το έργο διολισθήσει στην πεπατημένη της γελοιοποίησης του Σταύρου με σκοπό να βγάλει εύκολο γέλιο. Συνταγή που την είδαμε να επαναλαμβάνεται δεκαετίες τώρα.
Το έργο δεν χαρίζεται στον Σταύρο, ούτε τον ηρωοποιεί. Δείχνει απλά τι πόνο και τι αδιέξοδο βιώνει ένας τέτοιος Έλληνας βιοπαλαιστής. Κι έτσι καταφέρνει να βγάλει συμπάθεια γι' αυτόν τον τυχοδιώκτη της βιοπάλης, να φέρει συγκίνηση στους θεατές, μόνο και μόνο αποτυπώνοντας με απαράμιλλη μαεστρία την αλήθεια της ζωής του.
Κι όπως είπαμε είναι αδύνατον να μην ταυτιστείς μαζί του. Είναι αδύνατον να μην θέλεις να φωνάξεις μαζί του κι εσύ στο τέλος της παράστασης ότι "είμαστε άγριος σπόρος, με άνθη, αλλά και με αγκάθια." Δεν θα τα καταφέρουν να μας ξεριζώσουν από τη γη μας, από τις παραλίες μας.
Η παράσταση με έπεισε ότι δεν έχει πεθάνει η αληθινά λαϊκή καλλιτεχνική δημιουργία. Το έργο του Γιάννη Τσίρου παραδίδει μαθήματα σ' όποιον θέλει να μάθει και να ξεφύγει από τον ευρωπαϊκό πιθηκισμό, του τι σημαίνει σύγχρονη γηγενής ηθογραφία και κριτικός ρεαλισμός. Ολόκληρη η δυναμική της παράστασης μιλά στην καρδιά και το νου του σύγχρονου Έλληνα που αναζητά την ταυτότητά του.
Ένα μεγάλο επίσης ατού της παράστασης είναι οι ερμηνείες των ηθοποιών. Επιχείρησα να δω την παράσταση όταν πρωταγωνιστούσε ο Τάκης Σπυριδάκης. Όταν κατόρθωσα επιτέλους να κλείσω εισιτήρια, με ειδοποίησαν ότι ο κ. Σπυριδάκης αρρώστησε και δεν μπορεί να συνεχίσει τις παραστάσεις. Με ρώτησαν αν εξακολουθούσα να θέλω τις κρατήσεις και με βαριά καρδιά είπα, ναι.
Πίστευα, ότι ο Τάκης Σπυριδάκης θα ήταν αναντικατάστατος στο συγκεκριμένο ρόλο. Ο κ. Σπυριδάκης έχει αναπτύξει έναν ιδιαίτερο τρόπο να υποδύεται το μέσο Έλληνα σήμερα κι αυτός θεωρούσα ότι ήταν ότι έπρεπε για τον συγκεκριμένο ρόλο. Πόσο έξω έπεσα.
Ο Στάθης Σταμουλακάτος που υποδύεται τον Σταύρο στη θέση του κ. Σπυριδάκη με εντυπωσίασε. Δεν έτυχε να τον γνωρίζω ως ηθοποιό και αυτό με έκανε να εντυπωσιαστώ ακόμη περισσότερο με την τέχνη του. Όχι μόνο δεν μιμήθηκε στο ελάχιστο τον προκάτοχό του, αλλά υποστήριξε τον ρόλο με έναν δικό του ξεχωριστό τρόπο που μιλάει κατευθείαν στη ψυχή του θεατή.
Όλη την ώρα της παράστασης ένιωθα πώς παρακολουθούσα σκηνές που είχα ζήσει στο προσφιλές μου περιβάλλον. Ανεξάρτητα από αυτά καθαυτά τα γεγονότα που συνιστούν την πλοκή του έργου.
Εξαίρετοι βέβαια είναι και οι άλλοι δυο ηθοποιοί. Στην κόρη του Σταύρου που ερμηνεύει η Ντ. Γιαννακοπούλου, είναι αδύνατον σαν γονιός να μην δεις στο πρόσωπό της το παιδί σου σήμερα. Όπως επίσης και ο Ηλ. Βαλάσης που υποδύεται τον μπάτσο με όλη τη κακόφημη σημασία της λέξης, που της έχει αποδώσει ο λαός μας. Η ερμηνεία όλων τους ήταν τόσο φυσική, ώστε σου έδινε την εντύπωση ότι απλά έπαιζαν τον εαυτό τους.
Σε όλα αυτά προφανώς οφείλεται και η εντυπωσιακή επιτυχία της παράστασης. Σε όλες τις ηλικίες. Μακάρι την παράσταση να τη δουν όλοι οι Έλληνες. Μακάρι να βρεθεί τρόπος ώστε η παράσταση αφού ολοκληρώσει τον κύκλος της στην Αθήνα, να γυρίσει όλη την Ελλάδα. Να πάει μέχρι και το τελευταίο χωριό. Είναι μια τονωτική ένεση που την χρειάζεται ο σύγχρονος Έλληνας όπου πατρίς, για να γλυτώσει από την κατάθλιψη και να το βάλει πείσμα ότι δεν θα παραδοθεί, ούτε θα ξαπλώσει σαν κοπρόσκυλο για να περιμένει το μοιραίο. Ούτε βέβαια θα επιτρέψει να γίνει οικόσιτος χοίρος των πολιτισμένων Γερμανών και Ευρωπαίων, έτοιμος για το σφαγείο.

Τι οφείλουμε να κάνουμε με το δημόσιο χρέος;

Του Δημήτρη Καζάκη

Τελευταία έχει ανοίξει έντονα η συζήτηση περί εθνικού νομίσματος. Αρκετοί πλέον είναι αυτοί που υποστηρίζουν τη μετάβαση σε μια νέα δραχμή. Ακούμε πολλές περί διαγραμμάτων προτάσεις, που στον αδαή φαντάζουν πολύ περισπούδαστες, αλλά δεν ακούμε λέξη για τα πιο κορυφαία ζητήματα.
Τι θα κάνουμε με το χρέος της χώρας; Το δημόσιο χρέος δεν είναι ένα απλό δημοσιονομικό μέγεθος. Αντίθετα είναι το βασικό μέσο καθυπόταξης της χώρας και επιβολής ενός καθεστώτος που επίσημα στη διεθνή νομολογία χαρακτηρίζεται ως καθεστώς κατοχής. Πώς μπορούμε να πάμε σε ένα νέο εθνικό νόμισμα, σε μια νέα δραχμή, αν πρώτα και κύρια δεν ξεμπερδέψουμε με το χρέος;
Στο ερώτημα αυτό άλλοι, όπως το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απαντάνε με απλά συνθήματα (διαγραφή του χρέους) χωρίς να κάνουν τον κόπο να απαντήσουν στο πώς. Προφανώς ονειρεύονται ότι μια νέα επίθεση στα χειμερινά ανάκτορα θα τους λύσει το πρόβλημα. Ή απλά δεν τους καίγεται καρφί γιατί ούτε που διανοούνται ότι οφείλουν να θέσουν άμεσα ζήτημα εξουσίας.
Άλλοι πάλι, όπως ο κ. Χιόνης - προσφάτως "δραχμιστής" κι αυτός - το ξεπερνά λέγοντας ότι θα αντιμετωπιστεί μέσα από διαπραγμάτευση με την ΕΚΤ. Τώρα το τι σόι διαπραγμάτευση μπορείς κανείς όταν το κράτος σου δεν είναι καν κυρίαρχο υπό το καθεστώς των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων, ανήκει στη σφαίρα της φαντασιοπληξίας.
Υπάρχει βέβαια και η άποψη που συμμερίζονται τόσο ο κ. Λαμπαβίτσας, όσο κι ο κ. Τόλιος της ΛΑΕ ότι φεύγοντας από το ευρώ μπορείς να διαπραγματευθείς με τους δανειστές τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Το υπόλοιπο θα το πληρώσεις με νέες δραχμές.
Καταρχάς, οι καλοί μας φίλοι δεν μας εξηγούν πόσο από το υφιστάμενο δημόσιο χρέος μπορεί να συνεχίσει να εξυπηρετεί ο Έλληνας εργαζόμενος και η οικονομία. Πόσο; 10%; 30%; Μήπως 5% ή 1%; Γιατί δεν μας λένε, ώστε να μάθουν οι εργαζόμενοι πόσους νέους φόρους θα κληθούν να πληρώσουν για την εξυπηρέτηση του εναπομείναντος χρέους. Εκτός κι αν εννοούν ότι θα μπουν σε διαπραγματεύσεις και όπου καθίσει η μπάλα. Ότι δηλαδή έκανε κι ο ΣΥΡΙΖΑ το πρώτο εξάμηνο του 2015.
Όσοι από εμάς ασχολούμαστε με το άθλημα να προτείνουμε λύσεις, οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι σήμερα το μέσο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα υστερεί κατά 20% από το αναγκαίο εισόδημα που οφείλει να διαθέτει προκειμένου να καλύψει τις βασικές καταναλωτικές δαπάνες. Και μια οικονομία δεν ανακάμπτει χωρίς να υπάρχει διαθέσιμο εισόδημα που, αφενός, να καλύπτει πλήρως τις βασικές καταναλωτικές δαπάνες και, αφετέρου, να δημιουργεί και οριακή αποταμίευση. Δηλαδή να αφήνει και κάτι στην άκρη για τον μεσομακροπρόθεσμο οικονομικό προγραμματισμό του νοικοκυριού.
Τι προτείνουν λοιπόν οι καλοί μας φίλοι; Σε συνθήκες ανυπαρξίας εισοδήματος ακόμη και για βασικές καταναλωτικές δαπάνες, να καλέσουν τα νοικοκυριά να συνεχίσουν να εξυπηρετούν μέρος του χρέους. Αυτό σε απλά ελληνικά σημαίνει: είτε νέος δανεισμός, είτε νέες φοροεπιδρομές και λιτότητα.
Όσο για τη δραχμοποίηση του χρέους, τι να πει κανείς. Το χειρότερο αποτέλεσμα δεν θα είναι ο πληθωρισμός, αλλά η έκθεση της νέας δραχμής στις άγριες επιθέσεις των κερδοσκόπων στη διεθνή συναλλαγματική αγορά με μόνο σκοπό να εξαναγκάσουν τη νέα Τράπεζα της Ελλάδος να εξαντλήσει τα όποια συναλλαγματικά της διαθέσιμα στην υποστήριξη του εθνικού νομίσματος. Αυτό έκαναν για πάνω από μια δεκαετία στην Αργεντινή της Φερνάντεζ.
Έτσι η νέα ΤτΕ θα αναγκαστεί να αναζητήσει νέο συνάλλαγμα με δανεισμό από τις διεθνείς αγορές. Και μόλις το κάνει αυτό, η Ελλάδα θα ξαναμπεί στο φαύλο κύκλο της χρεοκοπίας. Όπως συμβαίνει σήμερα με την Αργεντινή, η οποία βγήκε στις αγορές για δανεισμό και έχασε ότι είχε πετύχει με τη διαγραφή του 70% του χρέους της.
Επομένως τι κάνουμε; Οφείλουμε ευθύς εξαρχής να μην αναγνωρίσουμε το δημόσιο χρέος. Στο σύνολό του. Να το καταγγείλουμε ως παράνομο, καταχρηστικό και απεχθές. Όχι με επιτροπές λογιστικού ελέγχου, αλλά ως προϊόν και πολιτικό μέσο επιβολής καθεστώτος κατοχής της Ελλάδας και κατάλυσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ελληνικού λαού με πρώτο το δικαίωμα της ελεύθερης αυτοδιάθεσης. Μόνο έτσι μπορεί να σβήσει το σύνολο του χρέους, χωρίς κανείς να μπορεί να το επαναφέρει. Ταυτόχρονα φυσικά με την έξοδο της χώρας από το ευρώ και την ΕΕ.

Οι προφέσορες της διαστροφής, της διαπλοκής και του ζόφου.

Του Δημήτρη Καζάκη

Στο Γυμνάσιο είχα έναν μαθηματικό ιδιαίτερα ευφυή. Κι όπως συμβαίνει συνήθως, την ευφυΐα συνοδεύει ένα εξαίρετο χιούμορ. Μας έλεγε λοιπόν ότι όταν η βλακεία βγαίνει παγανιά, οι φυσιολογικοί άνθρωποι θα πρέπει να προφυλάσσονται όσο καλύτερα μπορούν. Αν ισχύει αυτό, τότε δεν ξέρω ειλικρινά τι πρέπει να κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι όταν η βλακεία βγαίνει παγανιά μαζί με την πιο προκλητική σκοπιμότητα. Ιδίως όταν φέρουν ακαδημαϊκούς τίτλους και τηβέννους.
Χαρακτηριστικό δείγμα ο κ. Στουρνάρας, ο οποίος σε συνέντευξή του στην Κυριακάτικη Καθημερινή μιλά για τη γνώση ως βασική πηγή πλούτου κι άλλες τέτοιες αμπελοφιλοσοφίες επιπέδου καφενείου, ή μάλλον lounge café, όπου συχνάζουν παρέες ηλιθίων γιάπις, που νομίζουν ότι o κόσμος τους ανήκει. Λες κι εκτός από την κόπρο τους έχουν να προσφέρουν κάτι περισσότερο στο σύγχρονο κόσμο.
Τα όσα είπε θα μπορούσε κανείς να τα βρει εύκολα σε φιλοσοφούσες στήλες γνωστών περιοδικών life style. Ξέρετε Cosmopolitan σελίδα 79. Ακριβώς δίπλα στις συμβουλές για μια πετυχημένη ερωτική συνεύρεση, ή υψηλή ραπτική και κομμωτική προκειμένου να εντυπωσιάσετε στην επόμενη δεξίωση.

Προσωπικά δεν πιστεύω ότι στη ζωή του ολόκληρη ο κ. Στουρνάρας να έχει κουράσει το υποτυπώδες μυαλό ερπετού που φαίνεται να διαθέτει με οτιδήποτε άλλο εκτός από life style και κονόμα. Γι' αυτό και η προσπάθειά του να εμφανιστεί από τις στήλες της Καθημερινής ως κάτι άλλο απ' αυτό που είναι - δηλαδή ένας στυγνός εγκληματίας εντολοδόχος των πιο σκοτεινών και παρασιτικών συμφερόντων που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα - είναι τουλάχιστον γελοίο. Προφανώς ο κ. Στουρνάρας προαλείφεται ως μέλλον Παπαδήμος, ως επίδοξος μέλλων διορισμένος πρωθυπουργός, αλλά η βλακεία και η σκοπιμότητα δεν κρύβεται με τίποτε.
Βλέπετε ο κ. Στουρνάρας είναι προφεσόρος χωρίς αντικείμενο, ένα είδος υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου. Μόνο στην Ελλάδα υπάρχει αυτό το περίεργο είδος, το οποίο χάρις στην Ευρώπη - όπως ονομάζουν την ευρωπαϊκή ολοκληρωση τα χανουμάκια της - έχει ανθήσει ως το πιο προσφιλές χλιδάτο επάγγελμα των πιο αδίστακτων και πωρωμένων για χρήμα, οφίτσια και εξουσία.
Μπορεί να είναι κανείς προφεσόρος χωρίς κανενός είδους ερευνητική, ή ακαδημαϊκή δραστηριότητα. Βλέπετε σ' αυτόν τον τόπο, η ιδιότητα του προφεσόρου είναι τίτλος ανάλογος με εκείνον του αυλικού, ή του σφουγγοκωλάριου - ξέρει η κ. Αρβελέρ τι τίτλος τιμής ήταν ο σφουγγοκωλάριος, όχι μόνο ως βυζαντινολόγος, αλλά και ως ακαδημαϊκός αυτής της συνομοταξίας - κάθε λογής εξουσίας και κυκλωμάτων που έχουν οδηγήσει τις σημερινές πανεπιστημιακές σπουδές, ιδίως στις κοινωνικές επιστήμες, σε πλήρη απαξίωση. Κι επειδή μια φορά αυλικός, μια φορά να λερώσεις τα χέρια και το ήθος σου ως σφουγγοκωλάριος, για πάντα αυλικός, για πάντα σφουγγοκωλάριος, οι αγαπητοί προφεσόροι διατηρούν τον τίτλο έστω κι αν δεν έχουν ούτε τυπικά σχέση με το Πανεπιστήμιο, ή πολύ περισσότερο με την επιστήμη.
Σε μια Ευρώπη όπου ακόμη και οι τίτλοι τιμής είναι προϊόν της πιο άτιμης συναλλαγής και διαπλοκής στον έσχατο βαθμό, όπου μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας γίνονται κάθε λογής αχρείοι και τσαρλατάνοι της εξουσίας, δεν θα μπορούσε ο τίτλος του προφέσορα να διαφέρει. Στην Ελλάδα του σήμερα μεγάλοι προφεσόροι και ακαδημαϊκοί είναι όσοι διακρίνονται για το πόσο γραικύλοι είναι, πόσο ανίκανοι, ανάξιοι και πόσο διψασμένοι είναι για χρήμα και οφίτσια, ώστε να θεωρούν πρέπον και φυσιολογικό να σκύβουν το κεφάλι σε κάθε λογής απάνθρωπη και διεφθαρμένη εξουσία.
Το Αρετή και Τόλμη του Κάλβου σήμερα έχει μετατραπεί σε Απάτη, Δειλία και Θράσος. Ελάχιστοι ακαδημαϊκοί και προφέσορες σήμερα διαθέτουν την πρεπουσα Αρετή και Τόλμη. Ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάκτυλα, μπορούν να διαχωρίσουν -όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη - την έννοια της Ελευθερίας κατά Κάλβο, από την πρόστυχη και αγοραία ελευθερία της ιδιοτέλειας και της ασυδοσίας. Όλοι οι υπόλοιποι είναι υπήκοοι των εξουσιών που χρειάζονται αποκλειστικά προφέσορες σφουγγοκωλάριους, θρασύδειλους, διαδρομιστές με μόνιμα απλωμένο το χέρι για καμιά αρπακτή, ή φοβισμένα ανθρωπάκια που τρέμουν μην χάσουν τον τίτλο που τους εξασφαλίζει κοινωική αναγνώριση και αργομισθία.
Η έννοια του καθήκοντος και της φιλοπατρίας έχει αντικατασταθεί με την πιο πρόστυχη ιδιοτέλεια και τον κομματικό πατριωτισμό, ο οποίος - όπως είναι γνωστό - είναι το τελευταίο καταφύγιο των παλιανθρώπων. Να γιατί οι προφέσορες σαν τον Στουρνάρα έχουν λυσσάξει να πείσουν τον κόσμο ότι δεν μπορεί να δραπετεύσει από το μπουντρούμι που τον έχουν κλείσει για να τον εξοντώσουν. Οποιαδήποτε προσπάθεια διαφυγής, συνιστά γι' αυτούς συνώνυμο της καταστροφής.
Κι όπως έλεγε σε μια συνάντηση του Ιδρύματος Κρίσπη ένας από τους φυσικούς αυτουργούς της σημερινής χρεοκοπίας της Ελλάδας, ο κ. Χριστοδουλάκης - πρώην υπουργός οικονομικών του περιβόητου Σημίτη - οι Ευρωπαίοι μας έχουν κλείσει στη φυλακή για το καλό μας! Γιατί έτσι, λέει, μας προστατεύουν από τους κερδοσκόπους των αγορών. Ναι, μόνο που δεν μας χρεοκόπησαν οι κερδοσκόποι, αλλά οι πολιτικοί σαν τον κ. Χριστοδουλάκη. Όπως και τα συμφέροντα που επέλεξαν να υπηρετούν. Και προκειμένου να κινδυνεύσει ο Χριστοδουλάκης και το σινάφι του να πάει φυλακή για όσα έχουν διαπράξει, είναι πολύ καλύτερα να κλείσουν φυλακή όλους εμάς.
Έτσι ήρθαν τα μνημόνια, καταλύθηκε το Σύνταγμα και παραδώθηκε αμαχητί η εθνική κυριαρχία της χώρας.
Πώς λοιπόν να σκεφτούν εναλλακτικές; Αυτοί δεν χρήστηκαν προφεσόροι για να σκέφτονται εναλλακτικές για τον απλό κόσμο, τον κόσμο της δουλειάς και του μεροκάματου. Δεν ορκίστηκαν για τη φιλοπατρία τους, αλλά για την φιλοχρηματία τους. Χρήστηκαν προφεσόροι για να ξεπουλάνε τον ευατό τους και την πατρίδα σ' όποιον τους εξασφαλίζει προσοδοφόρα καριέρα. Πώς να τολμήσουν σήμερα να σκεφτούν διαφορετικά;
Όταν είσαι επιστήμονας - τι λέω εγώ τώρα; - δεν αρκεί να διαπιστώνεις προβλήματα στη μόνη εναλλακτική που υπάρχει έναντι της σημερινής καταστροφής. Μια καταστροφή την οποία κανείς απ' όσους λυσσάνε σήμερα εναντίον της μόνης εναλλακτικής - δηλαδή της καταγγελίας του χρέους, της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ - δεν πρόβλεψε, ούτε προειδοποίησε. Αν μπροστά στην υπάρχουσα καταστροφή το μόνο που λες είναι ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος, τότε είσαι τόσο επιστήμονας, όσο γιατρός ήταν ο Γιόζεφ Μένγκελε.
Κυριολεκτικά έχω βαρεθεί όλους αυτούς τους αποτυχημένους, που μετράνε την επιτυχία τους με τίτλους χωρίς αντίκρυσμα στην επιστήμη, αλλά μόνο στο πορτοφόλι και το προσωπικό τους βόλεμα, όλους αυτούς που δεν μπόρεσαν ούτε καν να διαπιστώσουν πριν την χρεοκοπία ότι το χρέος είχε αναδειχθεί σε νούμερο ένα πρόβλημα, όλους αυτούς που συνηγόρησαν στις πολιτικές οι οποίες μας οδήγησαν στη μεγαλύτερη κατάρρευση που έχει υποστεί ποτέ οικονομία παγκόσμια, να μας λένε τώρα ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από τον δρόμο της απόλυτης καταστροφής. Δηλαδή, από τον δρόμο που ακολουθούμε.
Ειλικρινά, αν όλοι αυτοί οι προφέσορες της οικονομίας ήταν γιατροί και έκαναν λάθος σ' όλες τις διαγνώσεις τους με αποτέλεσμα οι ασθενείς να πεθαίνουν μαζικά, ποιός θα ήταν αρκετά ανόητος να τους εμπιστευτεί; Αν με την αγωγή που προτείνουν εδώ και χρόνια βλέπουμε τους δικούς μας να πεθαίνουν και μάλιστα σωρηδόν, ποιός έχων σώας τας φρένας θα τους έπαιρνε στα σοβαρά; Ποιός στα σοβαρά θα πειθόταν από τις ακαδημαϊκές περγαμηνές τους, που τις περισσότερες φορές συνιστούν προϊόν κάθε λογής διαπλοκής και όχι επιστημονικής επάρκειας;
Και για να είμαστε απολύτως σαφείς. Σε όποιον οικονομολόγο, ακαδημαϊκό, πολιτικό ή δεν ξέρω τι άλλο, δεν λέει τίποτε το γεγονός ότι από το 2011 έως σήμερα ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει υποστεί φυσική καθίζηση για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας - κάτι που δεν συνέβη ούτε καν την εποχή του πολέμου και της ναζιστικής κατοχής - τότε δεν διαφέρει σε τίποτε από τους ναζί εμπνευστές της οργανωμένης γενοκτονίας.
Πάνω από 340 χιλιάδες χάθηκαν τα χρόνια των μνημονίων έως το 2016. Κι όσο πάει χειροτερεύει.
Από την 1η Ιανουαρίου έως την 28η Μαρτίου του 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία των Ληξιαρχείων, οι θάνατοι υπερβαίνουν τις γεννήσεις σχεδόν κατά 15 χιλιάδες! Για την ακρίβεια κατά 14.958. Στοιχείο πρωτοφανές, που αν συνεχιστεί θα φτάσει τη φυσική μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας λόγω θανάτων να ξεπερνά τις 50 χιλιάδες για το 2017! Όταν για το 2016 ήταν γύρω στους 25 χιλιάδες.
Καταλαβαίνουμε τι σημαίνουν όλα αυτά; Ή απλά δεν μας ενδιαφέρει, όπως δεν ενδιαφέρει τους προφέσορες της οικονομίας; Όπως άλλωστε συνέβαινε πάντοτε με όλους αυτούς που υπηρετούσαν την οικονομική ως "προφέσορες της επιστήμης του ζόφου", όπως εύστοχα τους είχε χαρακτηρίσει ο Κάρλαϊλ τον 19ο αιώνα.
Πώς μπορεί να μιλά κανείς - και μάλιστα όταν συστήνεται ως οικονομολόγος - για ανάπτυξη αυτής της χώρας, τη στιγμή πού οι αριθμοί των θανάτων και ως εκ τούτου η εκρηκτική αύξηση του μέσου όρου ηλικίας, όπως και η αναγκαστική μετανάστευση οδηγούν σε απόλυτη γήρανση τον πληθυσμό της Ελλάδας;
Με τι εργατικά χέρια θα υπάρξει ανάπτυξη; Με τι μυαλά θα μετατραπεί η γνώση σε πηγή πλούτου, όπως μας λέει ο προφέσορας της κακιάς συμφοράς κ. Στουρνάρας; Με τι εισόδημα εργαζομένων; Μόνο με συντάξεις; Ή με εισαγωγή εξαθλιωμένων φελάχων για δουλική εργασία από το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και απ' όπου αλλού η δυστυχία, η μιζέρια και ο πόλεμος, που φέρνουν μαζί τους οι ειδικοί και τα συμφέροντα της παγκοσμιοποίησης, εξαναγκάζει ολόκληρους πληθυσμούς σε ξεριζωμό;
Η χώρα μας πεθαίνει. Και πεθαίνει κυριολεκτικά. Σε λίγα χρόνια ο μέσος όρος ηλικίας του εργατικού δυναμικού της Ελλάδας θα υπερβαίνει τα 50 έτη. Ενώ ήδη ένας εργαζόμενος κι αυτός τις περισσότερες φορές αναγκαστικά ανασφάλιστος, περιοδικά άνεργος, με αμοιβές πείνας και έναντι, καλείται να συντηρήσει έναν συνταξιούχο. Σε μια πενταετία ένας εργαζόμενος με μεροκάματο στη χάση και τη φέξη, θα κληθεί να συντηρεί δύο συνταξιούχους.
Που θα πάει; Πώς μπορεί να υπάρξει όχι ανάπτυξη, αλλά στοιχειωδώς ανάκαμψη υπό τέτοιες συνθήκες;
Μόνο πωρωμένοι εγκληματίες και πληρωμένοι προφέσορες της επιστήμης του ζόφου - η οποία ας μην ξεχνάμε γέννησε όλα τι μεγάλες τραγωδίες, όλα τα Νταχάου και τα κρεματόρια της σύγχρονης ιστορίας - μπορούν να αδιαφορούν για όλα αυτά και να υποστηρίζουν ότι η παραμονή μας υπό κατοχή της ΕΕ είναι μονόδρομος. Ως πότε θα τους ανεχόμαστε; Ως πότε θα δεχόμαστε να μας εξοντώνουν ηθικά, κοινωνικά, εργασιακά, εθνικά μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουν τις απρόσωπες και απόκοσμες εξουσίες του χρήματος; Ως πότε;
Όσο για τους λίγους που επιμένουν να είναι αληθινά θεράπωντες της επιστήμης, η οποία είναι αδιαχώριστη και αδιαίρετη από τη βαθιά αγάπη προς τον άνθρωπο - όχι τον άνθρωπο γενικά όπως τον αντιλαμβανόταν ο Καντ, αλλά όπως τον δίδαξε στον κόσμο πρώτη η ελληνική γραμματεία, δηλαδή το σύνολο των άνθρωπων που πρέπει να ζουν χωρίς την απειλή της φτώχειας, της μιζέριας, της εξαθλιώσης, του κατατρεγμού και του ξεριζωμού μέσα στην ίδια την πατρίδα τους - υπάρχει μόνο μια επιλογή. Η επιλογή της ανοιχτής και δημόσιας στράτευσης.
Της στράτευσης όπως την έλεγε ο Σολωμός: "Νέοι συμματηθάδες! μάθετε την επιστήμη και την αρετή, δίχως να υπερηφανεύεσθε. και δεν θα υπερηφανευθήτε, αν αληθινά μάθετε την επιστήμη και την αρετή. Αλλά μη παραχαμηλώσετε την κεφαλή, διότι θα ευρεθούν πολλά άτιμα και αχρεία χέρια έτοιμα να σας την πλακώσουν. Αν πάλι τολμήσουν οι άνανδροι να σας υβρίσουν, για να σκεπάσουν τους πολλούς φόβους, οι οποίοι φωλιάζουν μες την ψυχή τους, τότε, ναι, σηκώσετε την κεφαλή με όλη τη δύναμι πώχει, και θα ιδήτε ότι θα πέση ευθύς εκείνη η αυθάδεια, επειδή είναι μικρόψυχη αυθάδεια."

Κουίζ: Τι φέρνει η νέα φυγή καταθέσεων από τις τράπεζες;

Του Δημήτρη Καζάκη

Είναι ή δεν είναι οι τράπεζες υπό καθεστώς capital control; Απ' όσο γνωρίζουμε, είναι. Τι σημαίνει αυτό που ψευδώς ονομάζουν capital control; Κυρίως σημαίνει ότι δεν μπορείς να προχωρήσεις σε αναλήψεις μετρητών, πέραν του καθορισμένου ορίου. Αυτό βέβαια λέγεται ορθά τραπεζικό moratorium κι όχι capital control, αλλά ποιός νοιάζεται; Αλλού είναι τα σπουδαία.
Εφόσον λοιπόν από τα τέλη Ιουλίου 2015 δεν μπορεί κανείς να κάνει ελεύθερα αναλήψεις, τότε μπορεί να μου εξηγήσει κανείς πώς γίνεται και από τον Δεκέμβριο του 2016 έχουμε ξανά καθαρή εκροή καταθέσεων από τις τράπεζες; Το Δεκέμβριο πέρυσι παρατηρήθηκε μείωση των συνολικών καταθέσεων κατά 4,7 δις ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ανά εβδομάδα μεσοσταθμικά γίνονταν αναλήψεις της τάξης των 1,2 δις ευρώ.
Το Ιανουάριο του 2017 οι καταθέσεις μειώθηκαν επιπλέον κατά 897 εκατομμύρια ευρώ. Ενώ τον Φεβρουάριο μειώθηκαν ακόμη περισσότερο κατά 813 εκατομμύρια ευρώ. Έτσι μέσα στους τελευταίους τρεις μήνες για τους οποίους έχουν δημοσιευτεί στοιχεία, (Δεκέμβριος 2016, Ιανουάριος και Φεβρουάριος 2017) οι καταθέσεις έχουν μειωθεί πάνω από 6,4 δις ευρώ. Πώς γίνεται αυτό εν μέσω capital control;
Να σημειώσουμε ότι τα capital control επιβλήθηκαν ακριβώς γι' αυτόν το λόγο. Να σταματήσει δηλαδή η εκροή καταθέσεων, το bank run. Αξίζει να θυμηθούμε ότι μόνο τον Ιούλιο του 2015 είχαν μειωθεί οι καταθέσεις κατά 1,4 δις ευρώ και η κυβέρνηση δια του κ. Τσίπρα μας είπε ότι οι τράπεζες δεν έχουν να πληρώσουν συντάξεις γιατί δεν δίνει άλλα χρήματα η ΕΚΤ κι επομένως πρέπει να κλείσουν.
Σήμερα οι τράπεζες με συνολική εκροή τριμήνου 6,4 δις ευρώ, γιατί δεν κλείνουν; Βέβαια είχε προηγηθεί μια εκροή καταθέσεων της τάξης άνω των 54 δις ευρώ από τον Δεκέμβριο 2014 ως τον Ιούνιο του 2015. Όμως και πάλι από τον Ιούλιο του 2015 έως το Νοέμβριο του 2016 όπου βρισκόμαστε υπό τραπεζικό moratorium, η βελτίωση της καταθετικής βάσης ήταν της τάξης των 2,7 δις ευρώ. Κι αυτό λόγω του εγκλωβισμού στις τράπεζες του εισοδήματος των μισθωτών, των συνταξιούχων και των μικρομεσαίων.
Και κοιτάξτε τι έγινε. Οι καταθέσεις υπό καθεστώς capital control αυξήθηκαν κατά 2,7 δις ευρώ μέσα σε 15 μήνες το 2015 και 2016. Και μέσα σε τρεις μήνες μειώθηκαν κατά 6,4 δις ευρώ! Οι καταθέσεις που εξανεμίστηκαν το τελευταίο τρίμηνο είναι πάνω από 2 φορές όσες εγκλωβίστηκαν στις τράπεζες λόγω capital control ή moratorium.
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε αυτά που επισημαίνει το ΔΝΤ στην τελευταία του έκθεση για την Ελλάδα (Greece: 2017 Article IV Consultation, 7/2/2017): Ο τραπεζικός τομέας χρειάστηκε ένα νέο γύρο αύξησης κεφαλαίου το 2015 (15 δις €, ή 8 ½% του ΑΕΠ) να συμβάλει στη μείωση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας από 8% κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) στα μέσα του 2015 σε περίπου 18% στο τέλος Σεπτεμβρίου 2016. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν φτάσει το 45% του συνόλου των δανείων στο 2016Q3, σχεδόν τέσσερις φορές υψηλότερα από το 2010. Οι προβλέψεις για ζημίες ανέρχονται στο 50% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η χρηματοδότηση συνέχισε να συρρικνώνεται το 2016, ανεβάζοντας τη συνολική μείωση έως 20% από το 2010. (σ. 12)
Για τους λόγους αυτούς το ΔΝΤ πρότεινε νέα ανακεφαλαιοποίηση: Το Προσωπικό διατήρησε την παραδοχή του από το Μάιο ότι ένα ρυθμιστικό αποθεματικό της τάξης των 10 δις € (5½% στο ΑΕΠ του 2016) θα πρέπει να διατίθεται για την κάλυψη πιθανών αναγκών υποστήριξης πρόσθετων τραπεζικών δεδομένων των υπόλοιπων κινδύνων για την ποιότητα του ενεργητικού και ακόμα ζοφερή προοπτική για την κερδοφορία των τραπεζών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι παρά τις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις (που συνολικά ανέρχονται περίπου σε 43 δις €, ή κοντά στο 25% του ΑΕΠ για το δημόσιο χρέος από το 2010), οι ισολογισμοί των τραπεζών παραμένουν ευάλωτοι με το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, και τα μισά από τα κεφάλαια των τραπεζών να αποτελούνται από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που αντιπροσωπεύουν ενδεχόμενες υποχρεώσεις προς το κράτος. (σ. 56)
Η νέα φυγή καταθέσεων φαίνεται ότι κάνει αναπόφευκτη τη νέα ανακεφαλαιοποίηση. Φυσικά αυτή την φορά θα είναι ένα μίγμα bail in. Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά μια ακόμη αυτοεκπληρούμενη προφητεία του φαύλου κύκλου των χρεοκοπημένων τραπεζών, που έχει αναλάβει ο Έλληνας καταθέτης, δανειολήπτης και φορολογούμενος να φορτωθεί με τη χασούρα και τα χρέη των τραπεζιτών.
Κι ας μην ξεχνάμε, χάρις στους τραπεζίτες το 25% από το νέο δημόσιο χρέος που έχει φορτωθεί ο Έλληνας πολίτης μετά το 2010 χάρις στα μνημόνια, προέρχεται από τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών.
Έτσι είναι. Όταν φωνάζουμε ότι πρέπει να διαγραφούν εδώ και τώρα τα ιδιωτικά χρέη ώστε οι πολίτες να ανασάνουν και να διαθέσουν το εισόδημά τους στην αγορά, μας λένε ότι αυτά είναι ανήκουστα και δεν γίνονται. Όταν όμως πρόκειται για τους τοκογλύφους τραπεζίτες, μια χαρά γίνεται να φορτώνουν τα χρέη και τις ζημιές τους στον απλό πολίτη. Αυτό σημαίνει ισονομία και ισοπολιτεία στη σημερινή κατεχόμενη Ελλάδα. Άστε να δούμε να ξεσπάει το γινάτι του Έλληνα και τότε θα δούμε τι γίνεται και τι δεν γίνεται.